γεροντίας

γεροντίᾱς , γεροντία
fem acc pl
γεροντίᾱς , γεροντία
fem gen sg (attic doric aeolic)
γεροντίᾱς , γεροντίας
father's father
masc acc pl
γεροντίᾱς , γεροντίας
father's father
masc nom sg (attic epic doric aeolic)
γεροντίᾱς , γεροντιάω
grow old
imperf ind act 2nd sg (homeric ionic)
γεροντίᾱς , γερουσία
Council of Elders
fem acc pl (doric)
γεροντίᾱς , γερουσία
Council of Elders
fem gen sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεροντίας — γεροντίας, ο (Μ) [γέρων ( οντος)] ο πατέρας τού πατέρα, ο παππούς …   Dictionary of Greek

  • γεροντία — γεροντίᾱ , γεροντία fem nom/voc/acc dual γεροντίᾱ , γεροντία fem nom/voc sg (attic doric aeolic) γεροντίᾱ , γεροντίας father s father masc nom/voc/acc dual γεροντίας father s father masc voc sg γεροντίᾱ , γεροντίας father s father masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γέροντας — I Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 450 μ., 27 κάτ.) στην πρώην επαρχία Χαλκίδος του νομού Ευβοίας. Βρίσκεται βόρεια της Ερέτριας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ερετρίας. 2. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 110 μ., 450 κάτ.) στην πρώην… …   Dictionary of Greek

  • γεροντίαις — γεροντία fem dat pl γεροντίας father s father masc dat pl γερουσία Council of Elders fem dat pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεροντίου — γερόντιον little old man neut gen sg γεροντίας father s father masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.